Γλωσσάριο Αγγλικών & Ελληνικών Όρων του Moodle


Γ λ ω σ σ ά ρ ι ο  αγγλικών & ελληνικών όρων Moodle με την ελληνική/αγγλική μετάφραση (και εναλλακτικές μεταφράσεις/αντιστοιχίσεις). (Προσοχή: προτιμάται η απόδοση της προστακτικής με απρόσωπες εκφράσεις. Π.χ. save --> αποθήκευση και όχι σώσε ή αποθήκευσε.) Προσοχή, για να δείτε ή να κάνετε σχόλια πρέπει πρώτα να έχετε κάνει Εγγραφή στον ιστότοπο moodle.org, κατόπιν Σύνδεση στον λογαριασμό σας και τέλος Εγγραφή μέλους στην Ελληνική κοινότητα. Ειδικά για λάθη σε ελληνικό πακέτο, παρακαλούμε στείλτε μήνυμα εδώ.

Προτιμώμενη εμφάνιση (όλων)

Εμφάνιση κατά ημερομηνία

Browse the glossary using this index

Special | A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | N | O | P | Q | R | S | T | U | V | W | X | Y | Z | ALL

Page: (Previous)   1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  ...  17  (Next)
  ALL

collate

σύστημα (ταξινόμησης), τακτοποίηση (ταξινόμησης), τρόπος τακτοποίησης (συλλογής), επιλογές ταξινόμησης ή σειρά ταξινόμησης.


commit

αποδοχή, αποδοχή υποβολής, Προς αποθετήριο, εναποθέτω (στο αποθετήριο).


commit transaction

εκτέλεση συναλλαγής


committer

εγκρίνων, εγκρίνων την υποβολή, εναποθέτης (στο αποθετήριο).


competence

(ανταγωνιστική) ικανότητα


competences

(ανταγωνιστικές) ικανότητες


competencies


competency

προσόν


component

στοιχείο, συνιστώσα, συστατικό, εξάρτημα, μέρος

condition

συνθήκη, προϋπόθεση, όρος


conference

σύσκεψη, συνέδριο, συνδιάσκεψη, συνεδρίαση, διάσκεψη, τηλεσυνάντηση, βιντεοδιάσκεψη


configuration

ρυθμίσεις, σετ ρυθμίσεων, διαμόρφωση, διαρρύθμιση


confirmed

επιβεβαιωμένος


connect

συνδέομαι


connected learning

συνδεδεµένη µάθηση

connected way of learning: συνδεδεμένος τρόπος μάθησης



consent

συγκατάθεση, συναίνεση


consider

θεωρώ, μελετώ, εξετάζω


container

περιέκτης, κοντέινερ


context

πλαίσιο, πλαίσιο (συμφραζομένων), (εννοιολογικό) πλαίσιο, πλαίσιο εφαρμογής, περιβ. πλαίσιο, (περιβάλλον) πλαίσιο, (γενικότερο) πλαίσιο, περιβάλλον, συμφραζόμενα, συγκείμενα


conversation

συζήτηση, συνομιλία, συνδιάλεξη


convert

μετατρέπω


converted

μετατραπείς, μετατρεμμένος, μετατετραμμένος, παραχθείς από μετατροπή, μεταποιημένος


cource overview

επισκόπηση μαθημάτων, επισκόπηση μαθήματος


course

μάθημα, σειρά μαθημάτων


course module

άρθρωμα μαθήματος, (δεν έχει αυτονομία)


course section

τμήμα μαθήματος


course unit

ενότητα μαθήματος, μονάδα (στοιχειώδης) μαθήματος (έχει αυτονομία).


credentials


Credits

Ευχαριστίες, Συντελεστές/Προγραμματιστές, πριμοδότηση


cron

εντολή χρονοπρογραμματισμού cron.


cronjob

χρονο-προγραμματισμένη μέσω της εντολής cron εργασία.


cross-reference

διασταυρούμενη παραπομπή, διαπαραπομπή, παραπομπή, διασταυρούμενη αναφορά, δια-αναφορά


crowdfunding

πληθοχρηματοδότηση, χρηματοδότηση από το πλήθος


crowdsourcing


CSS

Cascading Style Sheets (:Διαδοχικά Φύλλα Στυλ, αλληλουχία φύλλων στυλ)


csv

Comma Separated Values text file: μορφότυπος αρχείου κειμένου τιμών διαχωρισμένων με κόμμα


custom


customised

προσαρμοσμένος


customization

προσαρμογή


Dashboard

Ταμπλό.

«Η αρχική μου», «Αρχική χρήστη»


Data Protection Officer

Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων , Υπεύθυνος Προστασίας Δεδομένων (DPO)


datagram

αυτοδύναμο πακέτο, δεδομενόγραμμα


dataset

σύνολο δεδομένων, σετ δεδομένων


deadline

καταληκτική ημερομηνία


deallocate

ακύρωση εκχώρησης, απεκχωρώ, αποκαταχωρίζω, ακυρώνω καταχώριση, ματαιώνω καταχωρισμό, ακυρώνω ανάθεση/διάθεση, καταργώ καταμερισμό


decimal places

δεκαδικά ψηφία, δεκαδικές θέσεις, δεκαδικά


decimal point

υποδιαστολή, κόμμα


decimal points

δεκαδικά ψηφία, δεκαδικές θέσεις


The term "decimal point" properly refers only to those signs marking the boundary between integer and decimal numbers with a point. For convenience, it is also used to speak of marks serving a similar function in other cultures. The use of "decimal point" to mean "one of the digits in the fractional part of a decimal" is, however, typically taken to be mistaken. [from en.wiktionary decimal point]



decline

άρνηση, απόρριψη, μη αποδοχή

συνώνυμα: refuse, reject, deny


default

προεπιλογή, προεπιλεγμένος,-η,-ο, εξορισμού (τιμή), αρχική (τιμή)




Page: (Previous)   1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  ...  17  (Next)
  ALL