Γλωσσάριο Αγγλικών & Ελληνικών Όρων του Moodle


Γ λ ω σ σ ά ρ ι ο  αγγλικών & ελληνικών όρων Moodle με την ελληνική/αγγλική μετάφραση (και εναλλακτικές μεταφράσεις/αντιστοιχίσεις). (Προσοχή: προτιμάται η απόδοση της προστακτικής με απρόσωπες εκφράσεις. Π.χ. save --> αποθήκευση και όχι σώσε ή αποθήκευσε.) Προσοχή, για να δείτε ή να κάνετε σχόλια πρέπει πρώτα να έχετε κάνει Εγγραφή στον ιστότοπο moodle.org, κατόπιν Σύνδεση στον λογαριασμό σας και τέλος Εγγραφή μέλους στην Ελληνική κοινότητα. Ειδικά για λάθη σε ελληνικό πακέτο, παρακαλούμε στείλτε μήνυμα εδώ.

Προτιμώμενη εμφάνιση (όλων)

Εμφάνιση κατά ημερομηνία

Browse the glossary using this index

Special | A | B | C | D | E | F | G | H | I | J | K | L | M | N | O | P | Q | R | S | T | U | V | W | X | Y | Z | ALL

Page: (Previous)   1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  ...  17  (Next)
  ALL

backend

υποστήριξη λειτουργίας,

π.χ. backend server = εξυπηρετητής υποστήριξης (λειτουργίας).


background


backpack

σακίδιο πλάτης


backup


badge

διακριτικό, κονκάρδα, σήμα, βραβείο


banner

πανό, (διαφημιστικό) πανό (ιστοτόπου), διαφημιστικό πλαίσιο, εικόνα προώθησης


batch

δέσμη (εντολών ή ενεργειών), μαζικός


be processed

υπόκειμαι σε επεξεργασία


bind

δέσμευση, δεσμεύω, πρόσδεση, προσδένω, διάδεση, διαδένω, σύνδεση, συνδέω


block

μπλοκ, (συστατικό πλαίσιο), τουβλάκι, δομοστοιχείο, πλοκάδα, οικοδομικό τετράγωνο, συγκρότημα, φραγή


blockquote

μπλοκ παράθεσης, μπλοκ παράθεσης (κατά λέξη),  πλαισιωμένο παράθεμα


blog


blog entry

ανάρτηση ιστολογίου


bookmark


border


breadcrumb

δυναμική διαδρομή, δυναμικό μονοπάτι, γραμμή με ψίχουλα


browser

περιηγητής, ιστοπλοηγός, πλοηγός ιστού, φυλλομετρητής, ιστοσελιδομετρητής, ιστοσελιδοκομιστής, ιστοκομιστής, ιστοπροβολέας, αναγνώστης ιστοσελίδων.

 browser=περιηγητής

web browser=περιηγητής ιστού

web browser program=πρόγραμμα περιήγησης ιστού

web browser software=λογισμικό περιήγησης ιστού

web browser application=εφαρμογή περιήγησης ιστού


buffer

ενδιάμεση μνήμη, ενταμιευτής


build

εσωτερική έκδοση


build-in

ενσωματωμένος (και embedded), ένθετος (και inline, και embedded, και nested)


cache

(αποθηκεύω σε) κρυφή μνήμη


cachestore

αποθήκευση κρυφής μνήμης (cachestore)


calendar


callback function

συνάρτηση επανάκλησης


capability

δυνατότητα


capacity

δυναμικότητα (π.χ. χωρητικότητα)


caption


capture

σύλληψη, αρπάζω, αιχμαλωτίζω


carousel

κυκλική εναλλαγή, καρουζέλ, παιχνίδι με περιστρεφόμενα αλογάκια, περιστρεφόμενα σε λούνα πάρκ


cartridge

πακέτο, φυσίγγιο


CAS

Central Authentication Service: Κεντρική υπηρεσία αυθεντικοποίησης


cascade

διαδοχική επικάλυψη


CBM

βαθμολόγηση βάσει βεβαιότητας (Certainty Based Marking, για την αποφυγή τυχερών απαντήσεων), βαθμολόγηση με βάση την βεβαιότητα, βαθμολόγηση συνυπολογίζοντας την βεβαιότητα, βαθμολόγηση με συνυπολογισμό της βεβαιότητας



chat

συνομιλία, κουβεντούλα


check box


checkbox

πλαίσιο ελέγχου


checklist

λίστα επιλογής


chip

φύλλο (ημιαγωγού), ολοκληρωμένο κύκλωμα (integrated circuit)


chooser


citation

παραπομπή, ετεροαναφορά, βιβλιογραφική αναφορά, μνεία, μνημόνευση

class


CLI

Command Line Interface, διεπαφή γραμμής εντολών


client

λογισμικό πελάτης, πελάτης λογισμικού


client–server model

μοντέλο αρχιτεκτονικής λογισμικού πελάτη-διακομιστή ή πελάτη-εξυπηρετητή


cloze test

τεστ ολοκλήρωσης κενών, τεστ συμπλήρωσης κενών, δοκιμασία ολοκλήρωσης κενών, δοκιμασία πλήρωσης κενών


clue

ένδειξη, νύξη, στοιχείο, ίχνος, υπαινιγμός, υπόδειξη


cluster


cognitive (depth)

βάθος κατανόησης


cohort

σύνολο χρηστών, σετ χρηστών, τμήμα/σώμα στρατού, λόχος στρατού, κοόρτη (: μονάδα ρωμαϊκού στρατού αποτελούμενη από έξι εκατονταρχίες, ίση με το ένα δέκατο της λεγεώνας).

A cohort of people is a group who have something in common. Cohort is used especially when a group is being looked at as a whole for statistical purposes.


collapse



Page: (Previous)   1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  ...  17  (Next)
  ALL