Γλωσσάριο Αγγλικών & Ελληνικών Όρων του Moodle


Γ λ ω σ σ ά ρ ι ο  αγγλικών & ελληνικών όρων Moodle με την ελληνική/αγγλική μετάφραση (και εναλλακτικές μεταφράσεις/αντιστοιχίσεις). (Προσοχή: προτιμάται η απόδοση της προστακτικής με απρόσωπες εκφράσεις. Π.χ. save --> αποθήκευση και όχι σώσε ή αποθήκευσε.) Προσοχή, για να δείτε ή να κάνετε σχόλια πρέπει πρώτα να έχετε κάνει Εγγραφή στον ιστότοπο moodle.org, κατόπιν Σύνδεση στον λογαριασμό σας και τέλος Εγγραφή μέλους στην Ελληνική κοινότητα. Ειδικά για λάθη σε ελληνικό πακέτο, παρακαλούμε στείλτε μήνυμα εδώ.

Προτιμώμενη εμφάνιση (όλων)

Εμφάνιση κατά ημερομηνία


Currently sorted By last update ascending Sort chronologically: By last update change to descending | By creation date

Page: (Previous)   1  ...  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  ...  17  (Next)
  ALL

class


CLI

Command Line Interface, διεπαφή γραμμής εντολών


client

λογισμικό πελάτης, πελάτης λογισμικού


client–server model

μοντέλο αρχιτεκτονικής λογισμικού πελάτη-διακομιστή ή πελάτη-εξυπηρετητή


cluster


cognitive (depth)

βάθος κατανόησης


cohort

σύνολο χρηστών, σετ χρηστών, τμήμα/σώμα στρατού, λόχος στρατού, κοόρτη (: μονάδα ρωμαϊκού στρατού αποτελούμενη από έξι εκατονταρχίες, ίση με το ένα δέκατο της λεγεώνας).

A cohort of people is a group who have something in common. Cohort is used especially when a group is being looked at as a whole for statistical purposes.


collate

σύστημα (ταξινόμησης), τακτοποίηση (ταξινόμησης), τρόπος τακτοποίησης (συλλογής), επιλογές ταξινόμησης ή σειρά ταξινόμησης.


commit

αποδοχή, αποδοχή υποβολής, Προς αποθετήριο, εναποθέτω (στο αποθετήριο).


commit transaction

εκτέλεση συναλλαγής


committer

εγκρίνων, εγκρίνων την υποβολή, εναποθέτης (στο αποθετήριο).


competence

(ανταγωνιστική) ικανότητα


competences

(ανταγωνιστικές) ικανότητες


competencies


competency

προσόν


component

στοιχείο, συνιστώσα, συστατικό, εξάρτημα, μέρος

condition

συνθήκη, προϋπόθεση, όρος


configuration

ρυθμίσεις, σετ ρυθμίσεων, διαμόρφωση, διαρρύθμιση


confirmed

επιβεβαιωμένος


connect

συνδέομαι


connected learning

συνδεδεµένη µάθηση

connected way of learning: συνδεδεμένος τρόπος μάθησης



consider

θεωρώ, μελετώ, εξετάζω


container

περιέκτης, κοντέινερ


context

πλαίσιο, πλαίσιο (συμφραζομένων), (εννοιολογικό) πλαίσιο, πλαίσιο εφαρμογής, περιβ. πλαίσιο, (περιβάλλον) πλαίσιο, (γενικότερο) πλαίσιο, περιβάλλον, συμφραζόμενα, συγκείμενα


cource overview

επισκόπηση μαθημάτων, επισκόπηση μαθήματος


course module

άρθρωμα μαθήματος, (δεν έχει αυτονομία)


course section

τμήμα μαθήματος


course unit

ενότητα μαθήματος, μονάδα (στοιχειώδης) μαθήματος (έχει αυτονομία).


credentials


cron

εντολή χρονοπρογραμματισμού cron.


cronjob

χρονο-προγραμματισμένη μέσω της εντολής cron εργασία.


CSS

Cascading Style Sheets (:Διαδοχικά Φύλλα Στυλ, αλληλουχία φύλλων στυλ)


csv

Comma Separated Values text file: μορφότυπος αρχείου κειμένου τιμών διαχωρισμένων με κόμμα


custom


customised

προσαρμοσμένος


customization

προσαρμογή


Dashboard

Ταμπλό.

«Η αρχική μου», «Αρχική χρήστη»


datagram

αυτοδύναμο πακέτο, δεδομενόγραμμα


dataset

σύνολο δεδομένων, σετ δεδομένων


deadline

καταληκτική ημερομηνία


deallocate

ακύρωση εκχώρησης, απεκχωρώ, αποκαταχωρίζω, ακυρώνω καταχώριση, ματαιώνω καταχωρισμό, ακυρώνω ανάθεση/διάθεση, καταργώ καταμερισμό


decimal places

δεκαδικά ψηφία, δεκαδικές θέσεις, δεκαδικά


decimal point

υποδιαστολή, κόμμα


decimal points

δεκαδικά ψηφία, δεκαδικές θέσεις


The term "decimal point" properly refers only to those signs marking the boundary between integer and decimal numbers with a point. For convenience, it is also used to speak of marks serving a similar function in other cultures. The use of "decimal point" to mean "one of the digits in the fractional part of a decimal" is, however, typically taken to be mistaken. [from en.wiktionary decimal point]



decline

άρνηση, απόρριψη, μη αποδοχή

συνώνυμα: refuse, reject, deny


delimiter

delimiter (character): οριοθέτης, χαρακτήρας οριοθέτησης, διαχωριστής, διαχωριστικός χαρακτήρας


deprecated

παρωχημένος, αποδοκιμαζόμενος, υπό απόσυρση, ξεπερασμένος, απαρχαιούμενος, απαρχαιωμένος

dictionary


dictionary entry

λήμμα λεξικού



disable



Page: (Previous)   1  ...  4  5  6  7  8  9  10  11  12  13  ...  17  (Next)
  ALL