Γλωσσάριο Αγγλικών & Ελληνικών Όρων του Moodle


Γ λ ω σ σ ά ρ ι ο  αγγλικών & ελληνικών όρων Moodle με την ελληνική/αγγλική μετάφραση (και εναλλακτικές μεταφράσεις/αντιστοιχίσεις). (Προσοχή: προτιμάται η απόδοση της προστακτικής με απρόσωπες εκφράσεις. Π.χ. save --> αποθήκευση και όχι σώσε ή αποθήκευσε.) Προσοχή, για να δείτε ή να κάνετε σχόλια πρέπει πρώτα να έχετε κάνει Εγγραφή στον ιστότοπο moodle.org, κατόπιν Σύνδεση στον λογαριασμό σας και τέλος Εγγραφή μέλους στην Ελληνική κοινότητα. Ειδικά για λάθη σε ελληνικό πακέτο, παρακαλούμε στείλτε μήνυμα εδώ.

Προτιμώμενη εμφάνιση (όλων)

Εμφάνιση κατά ημερομηνία


Currently sorted By last update ascending Sort chronologically: By last update change to descending | By creation date

Page: (Previous)   1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  ...  17  (Next)
  ALL

αναγνωριστικό

ID


αποτελεσματικότητα


αποδοτικότητα


σημειώσεις

notes


ειδοποίηση

notification


ειδοποιώ

notify


παρωχημένο


απαρχαιωμένο

obsolete, deprecated, outdated


ξεπερασμένο

outdated, deprecated, obsolete


συναίσθημα


αισθάνομαι


ενεργοποιώ


φατσούλα


smiley

χαμογελαστό προσωπάκι


nested

εμφωλευμένος, φωλιασμένος, ένθετος (και embedded, και build-in, και inline)


nest

εμφωλεύω, φωλιάζω


inline

στη γραμμή, σε γραμμή, στη σειρά, σε σειρά, στην ίδια γραμμή, στις ίδιες γραμμές, εντός γραμμής, εμβόλιμος, ένθετος  (και embedded, και build-in, και nested)


συστάδα


σύμπτυξη


αποτιμώ


γεγονός


ανατροφοδότηση


φίλτρο


πλαίσιο


παράμετρος


επικόλληση


δικαίωμα

permission

license

άδεια, νομική άδεια, άδεια χρήσης


άδεια


σενάριο

script

εικονοστοιχείo


χαρτοφυλάκιο

portfolio


private data

ιδιωτικά δεδομένα


προσωπικά

personal


ιδιωτικά

private


πτυσσόμενο


επιγραμμικός


time-splitting

διαίρεση χρόνου


ability


accepted

δεκτή, έγκριση


accessed

προσπελασμένος, που τους έγινε πρόσβαση, επισκευθέν, επισκευθέντα, αναγνωσμένος.

προσβάσιμα


accumulated


accumulative

αθροιστικός, -ή, -ό, σωρευτικός, -ή, -ό

action


activate

δραστηριοποίηση, δραστηριοποίησε


active

σε δράση, εν δράσει, ενεργός(-ή,-ό), ενεργοποιημένος


activity


add-on

πρόσθετο


additional

επιπρόσθετος, πρόσθετος, επιπλέον


addon



Page: (Previous)   1  2  3  4  5  6  7  8  9  10  11  ...  17  (Next)
  ALL